ΤΟ ΑΥΓΟ

(σε κάποιο δρόμο, δύο ρακένδυτοι τύποι, ο Σόλων και ο Λουκάς,  βαδίζουν και συζητούν)

Σόλων: Πού πας Λουκά;

Λουκάς: Στο πεζούλι, να καθίσω.

Σόλων: Πρώτα πρέπει να σκεφθούμε.

Λουκάς: Καθισμένοι Σόλων, δεν μπορούμε να σκεφθούμε;

Σόλων: Το θέμα επείγει, Λουκά. Πάψε!

Λουκάς: Όταν κάτσουμε δηλαδή θα πάψει να επείγει; Κουράστηκα.

Σόλων: Γι’ αυτό επείγει.

Λουκάς: Περπατάμε έξι ώρες τουλάχιστον…

Σόλων: Τι το θελες το σακίδιο, μου λες; ό,τι σκουπίδι βλέπεις στο δρόμο θα το παίρνεις μαζί σου;

Λουκάς: Σόλων, άσε το σακίδιο, καταρρέω σου λέω. Να κάτσω;

Σόλων: Πρέπει πρώτα να σκεφθούμε, σου είπα.

Λουκάς: Και μετά να καταρρεύσω;

Σόλων: Μετά. Πρέπει πρώτα ν’ αντιμετωπίσουμε το μέλλον.

Λουκάς: Το μέλλον;

Σόλων: Το μέλλον.

Λουκάς: Για στάσου, θα έχουμε και μέλλον;

Σόλων: Διάβασε!

         (Βγάζει εφημερίδα. Την παίρνει ο Λουκάς)

Λουκάς: Τι λέει Σόλων;

Σόλων: Φέρ’ τη!(Παίρνει την εφημερίδα). Ξέρεις τι λέει εδώ;

Λουκάς:  Τι λέει;

Σόλων: Η ζωή παρατείνεται

Λουκάς: Παρατείνεται; Ποιο;

Σόλων: Η ζωή.

Λουκάς: Δηλαδή έτσι εν γένει η ζωή;

Σόλων: Εν γένει

Λουκάς: Κι’ εμείς Σόλων; Παρατεινόμεθα κι εμείς;

Σόλων: Εξαρτάται από το πού θα μας κατατάξει κανείς. Αν θεωρηθούμε ότι ανήκουμε στο ανθρώπινο γένος… και εμείς…

Λουκάς: Δηλαδή;  καν ’το  μου πιο λιανά να καταλάβω.

Σόλων: Κοίταξε, οι άνθρωποι συνήθως μέχρι τώρα πέθαιναν κάπου στα εβδομήντα. Συνεπώς τώρα θα πεθαίνουν κάπου στα εκατό.

Λουκάς: Στα εκατό; Θα πεθάνουμε δηλαδή στα εκατό και εμείς;

Σόλων: Κανονικώς εχόντων στα εκατό.

Λουκάς: Μη μου κόβεις τη χολή, όλων. Ακόμη άλλα πενήντα χρόνια ζωής;

Σόλων: Τουλάχιστον!…

Λουκάς: Αδύνατον, Σόλων… Ποιος το είπε;

Σόλων: Δυνατόν, σου λέω!… Το γράφει. Και ερωτώ, τι θα κάνουμε μέχρι τότε, Λουκά;

Λουκάς: Σόλων, σε παρακαλώ, μη με τρομάζεις, μη μου λες τέτοια…

Σόλων: Εγώ σε τρομάζω; Γι’ αυτό σου είπα να σκεφθούμε.

Λουκάς: Εγώ, Σόλων, κάνω υπομονή το πολύ  άλλα δέκα χρόνια… το πολύ. Αλλά πενήντα; Ποτέ. Δεν αντέχω. Παραιτούμαι.

Σόλων: Παραιτείσαι; Από τι;

Λουκάς: Όχι, δεν παραιτούμαι, διαμαρτύρομαι. Με ποιο δικαίωμα μου παρατείνουν τη ζωή; Με ρώτησαν; Θέλω;

Σόλων: Θέλεις δεν θέλεις, αυτοί την παρατείνουν. Γεγονός.

Λουκάς: Κι εμείς;

Σόλων: Τι κι εμείς;

Λουκάς: Εγώ, στ’ είπα, η επιστήμη θα μας πάρει στο λαιμό της.

Σόλων: Ναι μωρό μου; Γι αυτό κάνεις σαν τρελός μόλις βλέπεις πολυθρόνες με αφρολέξ;

Λουκάς: Άνετες.

Σόλων: Ναι, αλλά η επιστήμη το βρήκε το αφρολέξ.

Λουκάς: Κάποιο λάθος υπάρχει, Σόλων. .. Ανάμεσα σε μένα και την επιστήμη, κάποιο λάθος. Πάντως για να είμαι ειλικρινής, το αφρολέξ μου αρέσει… Καλά, για στάσου… Αντέχεις τόσα χρόνια εσύ; Πενήντα χρόνια;

Σόλων: Αυτό σου λέω. Πρέπει να πάρουμε μια απόφαση. Το θέμα είναι απλό. Κοίταξε αν όντως έχουμε ακόμα πενήντα χρόνια ζωής, τότε έχουμε και τεράστια περιθώρια.

Λουκάς: Τεράστια; Τι τεράστια;

Σόλων: Περιθώρια. Σε πενήντα χρόνια μπορούμε να γίνουμε τα πάντα.

Λουκάς: Τα πάντα; Εμείς;

Σόλων: Τα πάντα σου λέω. Εμείς. Τα πάντα. Όλη τη νύχτα το σκεπτόμουν.

Λουκάς: Και πού κατέληξες;

Σόλων: Σου είπα, Το σκέπτομαι.

Λουκάς: Για στάσου. Να τα πάρουμε ένα –ένα.

Σόλων: Μέτρα. Τι θέλεις να γίνεις;

Λουκάς: περιπτεράδες μπορούμε;

Σόλων: Περιπτεράδες, αρχιπεριπτεράδες. Μπορούμε.

Λουκάς: Να πουλάμε σουβλάκια;

Σόλων: Και σουβλάκια…Και ζωγράφοι, και σταρ.

Λουκάς: Σταρ;

Σόλων: Και σταρ. Όλα, σου λέω. Τα πάντα.

Λουκάς: Άλλο; Άλλο; Χρυσοχόοι μπορούμε; Να πουλάμε τον μπρούτζο για χρυσό;

Σόλων: Σου είπα τα πάντα.

Λουκάς: Πυροσβέστες; Μ’ αρέσει εκείνο το κράνος, οι σωλήνες, η φωτιά που τη σβήνουν…

Σόλων: Βεβαιότατα.

Λουκάς: Και σταρ λες, ε;

Σόλων: Μπορεί ν’ ανακαλύψουμε κι εμείς κάποια βόμβα.

Λουκάς: Του σεξ;

Σόλων: όχι, αληθινή βόμβα.

Λουκάς: Ο Ωνάσης, δηλαδή, τι ήταν; Φτωχός δεν ήταν; ε, Σόλων;

Σόλων: Ο Νιάρχος;  Ο Φορντ; Όλοι τους φτωχοί.

Λουκάς: Δηλαδή και εφευρέτες μπορούμε;

Σόλων: Ο Αϊνστάιν τι ήτανε;

Λουκάς: Πρέπει όμως να βρούμε κάτι πολύ σπουδαίο. Να ψάξουμε.

Σόλων: Ξέρεις τι είναι να μας μένουν ακόμα πενήντα χρόνια ζωής; Το συλλαμβάνεις;

Λουκάς: Δε μου λες, την πενικιλίνη τη βρήκαν;

Σόλων: Τη βρήκαν! Άλλο που να μην το βρήκαν Λουκά! Άλλο!…

Λουκάς: Τι; Το ραδιόφωνο το βρήκαν. Το τηλέφωνο το βρήκαν… Μήπως άφησαν και τίποτα που να μην το βρήκαν;

Σόλων: Πρόλαβαν άλλοι… Μην αποθαρρύνεσαι όμως.

(παύση)

Λουκάς: Όχι, αδύνατον. Δεν γίνεται Σόλων.

Σόλων: Γιατί; Τι σκέφτηκες πάλι;

Λουκάς: Θα μας τη σκάσουν! Μόλις φθάσουμε στα εκατό… πάλι θα δεις που θα την παρατείνουν άλλα εκατό…

Σόλων: Τι λες ανόητε!

Λουκάς: Κι ύστερα… Μας δίνουν πενήντα χρόνια! Έτσι;  Λοιπόν  θα τα  φάμε μέχρι να γίνουμε κάτι. Και μετά; Ποιος θα τ’ απολαύσει; Πότε Σόλων;

Σόλων: Πότε;

Λουκάς: Μάλιστα, πότε; Όταν θα είμαστε με τις πατερίτσες γέροι διακοσίων ετών;

(παύση. Ο Σόλων δεν ξέρει τι να απαντήσει. Κάνει νευρικές βόλτες)

Σόλων:   Άκου να σου πω Λουκά… Πρέπει πάση θυσία να εκμεταλλευτούμε τα περιθώρια. Μπορεί να υπάρχει ακόμα μια άλλη Αμερική. Θα γίνουμε Κολόμβοι και θα πάμε να τη βρούμε.

Λουκάς: Όχι ταξίδια. Με πιάνει η θάλασσα, Σόλων! Αστροναύτες, ναι! Αλλά θαλασσόλυκοι, όχι, ποτέ!

Σόλων: Κι όμως κάτι πρέπει να γίνουμε.

Λουκάς: Ούτε δάσκαλοι Σόλων. Κι αυτό δε μ’ αρέσει.

Σόλων: Ορίστε, διάλεξε πρώτος. Τι θέλεις; Τι θέλεις να γίνεις;

Λουκάς: Κάτι που να μας πάει…

Σόλων: Τι θέλεις; Κλητήρας; Υπάλληλος;

Λουκάς: Αυτό θέλει πολλή σκέψη. Δε μπορεί έτσι στα όρθια να πάρουμε τόσο σοβαρές αποφάσεις… Σιγά σιγά, περιθώρια έχουμε. Θα δούμε.

Σόλων: Δεν έχουμε.

Λουκάς: Πριν είπες έχουμε Σόλων.

Σόλων: Ορίστε, γιατί δε γίνεσαι…;

Λουκάς: Τι να γίνω;

Σόλων : Τι;  Σιγά, ψάξε, θα το βρούμε.

( Ο Λουκάς αρχίζει να ψάχνει τις τσέπες του. Τον κοιτάζει ο Σόλων, πάει κοντά του).

Σόλων:   Τι κάνεις;

Λουκάς: Ψάχνω Σόλων. Ψάξε δεν είπες;

Σόλων: Στις τσέπες ψάξε σου είπα;  Στο νιονιό σου, εκεί, εκεί…

(κάθονται στο παγκάκι και σκέφτονται, ψάχνουν).

Λουκάς: Είδες λοιπόν Σόλων!  Η ζωή δεν είναι και τόσο παίξε γέλασε. Είδες ξαφνικά δυσκολίες που σου έχει!

Σόλων: Έχεις αδύνατη θέληση, αδύνατο χαρακτήρα, γι’ αυτό το λες.

Λουκάς: Μπορεί.

Σόλων:   Και είσαι και τεμπέλης.

Λουκάς: Σου δίνεται η ευκαιρία να κάνεις τα πάντα και δεν ξέρεις τι να κάνεις. Καλά Σόλων, και πώς θ’ αρχίσουμε; Πες ότι θέλω να γίνω φιστικάς.  Με τι κεφάλαιο; Πώς;

Σόλων: Είσαι αγράμματος. Το παν θέλει οργάνωση. Πρώτα θα βρούμε το τι, και μετά σε άλλη σύσκεψη, βρίσκουμε το πώς… Το τι τώρα μας λείπει…

Λουκάς: Καλά, όλοι αυτοί… Ο λούστρος , ας πούμε αποφάσισε να γίνει λούστρος και έγινε;

Σόλων: Ίσως.

Λουκάς: Ένας δικαστής… Έτσι του μπήκε; Ένας αρχιστράτηγος, ένας υπουργός; Έτσι στα καλά καθούμενα τους ήρθε κι έγιναν;

Σόλων: Κάπως έτσι. Τους ήρθε κι έγιναν.

Λουκάς: Καλά, και ο λούστρος ήταν κορόιδο δηλαδή; Γιατί δε διάλεξε να πάει, ας πούμε, στη λεγεώνα των ξένων κι έγινε λούστρος;

Σόλων: Τι σου λέω μωρό μου; Αυτό πρέπει να βρούμε… Διότι αν τώρα αποφασίσουμε λάθος… πάει, θα είναι λάθος όλο κατόπιν.

Λουκάς: Το βλέπω πάρα πολύ δύσκολο, Σόλων.

Σόλων: Άσε, το αναλαμβάνω εγώ…

Λουκάς: Ωραία θα ήταν Σόλων… Ξέρεις τι θα ήταν ωραία;

Σόλων: Τι;

Λουκάς: Να ήμαστε φίδια…

Σόλων: Φίδια; Τι φίδια;

Λουκάς: Φίδια. Κανονικά φίδια. Εκατό τα εκατό φίδια… Οκτώ μήνες ξάπλα. Κανονικότατη ξάπλα… ύπνο… Να τρελαθούμε στον ύπνο.

Σόλων: Εννοείς τη χειμερία νάρκη τους;

Λουκάς: Πώς; Αυτό, ναι, χειμερία… Οκτώ μήνες, λοιπόν, ξάπλα, χειμερία, και τέσσερις… τους άλλους τέσσερις θα παραθερίζουμε στα πάρκα…

Σόλων: Εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράλογο βέβαια, αλλά δεν το απορρίπτω εντελώς, έχει τη λογική του.

Λουκάς: Ούτε νοίκι, ούτε ρούχα, ούτε… κατάλαβες;

Σόλων: Καφέ;

Λουκάς: Τι καφέ;

Σόλων: Οκτώ μήνες χωρίς καφέ; Αδύνατον.

Λουκάς: Τι σου λέω; Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Στο ‘πα.

Σόλων: Είναι, βλέπεις, αυτές οι καταραμένες συνήθειες των ανθρώπων. Τον καφέ τους, το ουίσκι τους…

Λουκάς: Να δεις Σόλων που μια μέρα των ημερών θα μας κολλήσει και μας. Τώρα μας κόλλησε ο καφές, αύριο πού ξέρεις;

Σόλων: Ουίσκι; Αδύνατον! Ούζο, μόνον ούζο…

Λουκάς: Τι το ‘θελες τώρα το ούζο; Πού το θυμήθηκες;

Σόλων: Δεν ξέρω, κάτι μου μύρισε Λουκά…

Λουκάς: Τι; Ούζο;

Σόλων: Και χταπόδι και ούζο…

(μυρίζουν).

Λουκάς: Πού;  Από κει; Από κει;

Σόλων: Όχι, από δω…(του γυρίζει κωμικά το κεφάλι).

Λουκάς: Η μύτη μου, η καταραμένη μου η μύτη… Πάντα κρυωμένη. Να ‘πιανα τη μυρωδιά τους τουλάχιστον! Ωραία μυρίζει Σόλων; Ωραία;

Σόλων: Ωραία, Πολύ ωραία…

Λουκάς: Δεν το μυρίζω το ούζο σου όμως. Κοροϊδεύεις;

Σόλων: Πάψε! (μυρίζει) Μη μου το χαλάς.

Λουκάς: Μα, Σόλων…

Σόλων: Πάψε, φλύαρε… Λες, λες… Τι λες; Όλο λες. Βαρέθηκα.

Λουκάς: Εμένα;

Σόλων: Εσένα. Πάψε. Αφού μυρίζω. Τι με διακόπτεις;

Λουκάς: Εγώ;

Σόλων: Εσύ. Θα σ’ τα διηγηθώ ένα ένα μετά. Άσε με τώρα. Μπα (μυρίζει). Ορίστε έφυγε, χάθηκε, πάει.

(μυρίζουν)

Λουκάς: Πάει;

Σόλων: Πάει.

Λουκάς: Τι μύριζε; χταπόδι αληθινό, φρέσκο;

Σόλων: Κατεψυγμένο. Σε νοιάζει;

Λουκάς: Απατεώνες.

Σόλων: Στάσου, ξανάρχεται. Κεφτέδες τώρα.

Λουκάς: Κεφτέδες Σόλων; Είσαι βέβαιος; Κεφτέδες;

Σόλων: Κεφτέδες.

Λουκάς: Μη μου το λες. Τρελάθηκα. Πεθαίνω.

Σόλων: Και τσίρους.

Λουκάς: Μυρίζει τώρα και τσίρους Σόλων; Τσίρους;

Σόλων: Τσίρους ψητούς. Τσίρους. Τσίρους. Σου λέω αληθινούς τσίρους.

Λουκάς: Φτάνει δεν αντέχεται άλλο.

Σόλων: Και ψητό.

Λουκάς: Στα κάρβουνα;

Σόλων: Στα κάρβουνα.

Λουκάς: Θ’ αυτοκτονήσω Σόλων. Τόση ευτυχία δεν τη μπορώ. Δεν την αντέχω. όχι τόση ευτυχία. Θεέ μου, και κεφτέδες και τσίρους και χταπόδι…

Σόλων: Λουκά.

Λουκάς: Σόλων.

Σόλων: Τώρα σαγανάκι τυρί. Μου μοσχοβολάει σαγανάκι τυρί και κεφτέδες και ούζο. Κατάλαβες;

Λουκάς: Όχι, σε πνίγω, ούτε λέξη.  Αυτοκτονώ, πέφτω, σε πνίγω. (Ανεβαίνει στον τοίχο).

Σόλων: Πού πέφτεις Λουκά;

Λουκάς: Στη θάλασσα πέφτω…

Σόλων: Ποια θάλασσα; Οικόπεδο είναι.

Λουκάς: Πού; Τότε πού; Είναι αδύνατον να υπάρχει τόση ευτυχία μαζί. Πού ν’ αυτοκτονήσω, πού; Λέγε!

Σόλων: Περίμενε έχουμε κι άλλα.

Λουκάς: Όχι άλλα, Σόλων, όχι…

Σόλων: Σκάσε!

Λουκάς: Σόλων δε μπορεί με τόση μυρωδιά και να ‘ναι κατεψυγμένο το χταπόδι τους. Λάθος   έκανες,  Σόλων.

Σόλων: Πάψε!

Λουκάς: Τι;

Σόλων: Κοτόπουλο.

Λουκάς: Όχι.

Σόλων: Ναι.

Λουκάς: Αυτό πια όχι. Ποτέ.

Σόλων: Πάει, τετέλεσται, θα μπούμε.

Λουκάς: Πού; Πού;

Σόλων: Στο σύστημα, δεν ξέρω, αλλά κάπου πρέπει να μπούμε. Χαρά και εργασία, και ωράριον, αλλά κάπου να μπούμε, τελείωσε.

Λουκάς: Ναι, αλλά πού;

Σόλων: Στο σύστημα σου είπα.

Λουκάς: Τι είναι αυτό; Ουζάδικο;

Σόλων: Το σύστημα; Όχι.  Αυγό.

Λουκάς: Αυγό;

Σόλων: Αυγό, ναι, αυγό. Όταν μπεις εκεί μέσα, πάει τα ‘χεις όλα.

Λουκάς: Και… Όλα, όλα; Στο αυγό;

Σόλων: Όλα, όλα. Με ζάλισες.

Λουκάς:  Και υπάρχει τέτοιο αυγό. Προφανώς άλλο εννοείς και άλλο λες.

Σόλων: Εννοώ αυτό που λέω και λέω αυτό που εννοώ. Σκάσε.

Λουκάς:  Καλά, θα μας χωράει;

Σόλων: Μέχρι να μπεις είναι…

Λουκάς: Και γυναίκες; Θα ‘χει;

Σόλων: Δύο στον καθένα. Τουλάχιστον. Η εκκίνησις.

Λουκάς: Αυγό τόσο μεγάλο; Κατάλαβα.

Σόλων: Μπα;

Λουκάς: Ξέρω, ξέρω…

Σόλων: Να γίνουμε μόνο λίγο πιο κύριοι, λίγο πιο κοινωνικοί. Να μην παίρνεις κατάκαρδα τίποτα. Κατάλαβες;

Λουκάς: Τακτικόν ωράριον… α, αυτό το είπες. Επισκέψεις, χρόνια πολλά, τι κάνετε  πώς είσθε…  Κατάλαβα…

Σόλων: Εν γένει να δείχνεις τον πρέποντα σεβασμόν.

Λουκάς :Ξέρω, ξεσκονίσματα, προηγείσθε, μα τι λέτε, ο καιρός, βεβαίως, μάλιστα, ναι, έχετε δίκιο, δικαιότατον δίκιο.

Σόλων: Με λίγα λόγια δεν πρέπει να σε πάρουν για κατωτέρας υποστάθμης. Για ύποπτο.

Λουκάς: Να είσαι καθώς πρέπει. Κατάλαβα.

Σόλων: Ναι.

Λουκάς: Όχι.

 Σόλων: Τι όχι;

Λουκάς: Δε μπαίνω στο αυγό, δε μπαίνω, ποτέ… σ’ το χαρίζω. Σκάω… Σόλων…

Σόλων: Θα ‘χει αιρ κοντίσιον. Επιπλέον.

Λουκάς: Θέλω να βλέπω.

Σόλων: Θα ‘χουν τηλεόραση. Επιπλέον. Μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια.

Λουκάς: Ουρανό, δέντρα;

Σόλων: Θα ‘χουν.

Λουκάς: Ψεύτικα;

Σόλων: Αληθινά, ψεύτικα, δεν ξέρω. Τι σημασία έχει άλλωστε; Αλλά θα ‘χουν, θα ‘χουν, απ’ όλα θα ‘χουν.

Λουκάς: Θα χωράμε στ’ αυγό κι οι δύο;  Τουλάχιστον;

Σόλων: Οι δύο;  Όχι, ο καθένας θα ‘χει το δικό του αυγό. Αλίμονο. Και πάψε να σκέπτεσαι ως υποανάπτυκτος.

Λουκάς: Μόνος δηλαδή; Όχι Σόλων, μόνος, όχι (τον αγκαλιάζει). Όχι μόνος Σόλων. Δεν γίνεται μόνος, όχι, όχι, δεν αντέχεται η ζωή μόνος… σε παρακαλώ, όχι Σόλων.

Σόλων: θες να μην μπούμε; Αυτό προτείνεις;

Λουκάς: Να μην μπούμε.

Σόλων: Να μείνουμε έξω;

Λουκάς: Έξω.

Σόλων: Ναι, αλλά ξέρε το, εσύ είσαι ο καλοπερασάκιας, εσύ θες πολυθρόνες με αφρολέξ. Οι πολυτέλειες έξω από τ’ αυγό τερματίζουν.

Λουκάς: Όχι, Σόλων, σου ορκίζομαι, θα είμαι ολιγαρκής, αλλά έξω.

Σόλων: Έστω, καλά, έξω… όσο ελπίζουμε, όσο αντέξουμε, όσο μπορούμε… Θα το θυμάσαι, μου το υπόσχεσαι;

Λουκάς: Θα το θυμάμαι, σου το υπόσχομαι.

Κώστας Μουρσελάς

http://tiestiousia.blogspot.gr/2011/02/blog-post_18.html

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: